ρουφάω

ρουφάω
ρουφάω / ρουφώ, ρούφηξα βλ. πίν. 66

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ρουφώ — ρουφάω / ρουφώ, ρούφηξα βλ. πίν. 66 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • Liste Swadesh Du Grec Moderne — Liste Swadesh de 207 mots en français et en grec moderne. Sommaire 1 Présentation 2 Liste 3 Voir aussi 3.1 Bibliographie …   Wikipédia en Français

  • Liste Swadesh du grec moderne — Liste Swadesh de 207 mots en français et en grec moderne. Sommaire 1 Présentation 2 Liste 3 Voir aussi 3.1 Bibliographie …   Wikipédia en Français

  • Liste swadesh du grec moderne — Liste Swadesh de 207 mots en français et en grec moderne. Sommaire 1 Présentation 2 Liste 3 Voir aussi 3.1 Bibliographie …   Wikipédia en Français

  • αυερύω — αὐερύω (Α) 1. ανασύρω, τραβώ προς τα πίσω 2. (για θυσίες) τραβώ το κεφάλι του θύματος προς τα πίσω για να το σφάξω 3. (για βδέλλες) απομυζώ, ρουφάω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο αιολικός τ. αυερύω < *αF Fερύω < *αν Fερύω (με αφομοίωση του F ) < *ανα Fερύω …   Dictionary of Greek

  • βυζαίνω — και βυζάνω (Μ βυζάνω) 1. (για βρέφος ή νεογνό ζώου) θηλάζω, ρουφάω γάλα από τον μητρικό μαστό 2. (για τη μητέρα ή την τροφό) θηλάζω, γαλουχώ το βρέφος 3. (γενικά) απομυζώ, ρουφώ υγρή ουσία που υπάρχει σε κάποιο σώμα νεοελλ. 1. εκμεταλλεύομαι… …   Dictionary of Greek

  • καταζωμεύω — (Α) ρουφάω τελείως, όλο το περιεχόμενο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ζωμεύω «παρασκευάζω με ζωμό» (< ζωμός)] …   Dictionary of Greek

  • καταρροιβδώ — καταρροιβδῶ, έω (Α) καταπίνω, ρουφάω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ῥοιβδῶ (< ῥοῖβδος «δυνατός θόρυβος ή κίνηση»)] …   Dictionary of Greek

  • ροιβδώ — και ῥοβδῶ, έω, Α [ῥοῑβδος] 1. πάλλω ή κινώ κάτι θορυβωδώς («πτερῶν ἄτερ ῥοιβδοῡσα κόλπον αἰγίδος», Αισχύλ.) 2. κινούμαι ορμητικά, με βοή («ῥοιβδήσας Εὖρος», Κριναγ.) 3. (για τη Χάρυβδη) ρουφάω, καταπίνω με θόρυβο …   Dictionary of Greek

  • σπάω — σπῶ, άω, ΝΜΑ νεοελλ. βλ. σπάζω μσν. αρχ. 1. ανασπώ, βγάζω από τη θήκη (α. «ξίφος σπάσαντα», Ευρ. β. «φάσγανον σπάσας χερί», Ευρ.) 2. προκαλώ συστροφή ή σπασμό αρχ. 1. τραβώ προς το μέρος μου και αποσπώ, κόβω («σπασάμην ῥῶπάς τε λύγους τε», Ομ. Οδ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”